Βεντάντα

Ο κόσμος είναι μία μεγάλη απάτη.
Απαρτίζεται από άπειρα σύμπαντα, τα οποία έχουν μεγέθη σταδιακά αυξανόμενα και προς τις δύο κατευθύνσεις.
Εμείς είμαστε κάπου στη μέση ή μάλλον ακριβώς στη μέση, μιας και έχουμε μία απειρία γειτόνων και προς τις δύο κατευθύνσεις.
Συνεπώς είμαστε μία απειρία μέσων σημείων.
Συνεπώς έχουμε μία απειρία εαυτών.
Η ζωή είναι μία επιλογή.
Είναι όταν η ανυπαρξία, αυτό που προϋπάρχει, ένα ισχυρό σημείο αναφοράς, αποφασίζει να συστοιχιθεί σε ένα σώμα και να δώσει ¨εγώ¨.
Είναι κάτι τελείως προαιρετικό και τελείως περιττό.
Έχει όμως ισχυρότατες αυτοαναφορικές ασφαλιστικές δικλείδες.
Θέλει να διαιωνίζεται.
Ο πόνος είναι από τα μεγαλύτερα μαξιλάρια της ζωής.
Της επιτρέπει να κρατιέται και να δίνει νέα ζωή.
Η ζωή δεν έχει καμία απόλυτη χρησιμότητα, μα έχει μεγάλη σχετική χρησιμότητα.
Κάθε ζωή είναι χρησιμότατη για μία άλλη ζωή.
Η φιλοσοφία είναι το προϊόν της σκέψης.
Η σκέψη είναι το όνειρο του νου.
Ο νους είναι ο ηλεκτρισμός του εγκεφάλου.
Ο εγκέφαλος είναι ένα σύνολο πρωτεϊνών.
Οι πρωτεϊνες είναι μερικές χωρογραφίες από ύλη.
Η ύλη είναι ζωή.
Ε, τι άλλο;
Η αποστολή του ανθρώπου είναι να αναπαράγει τον άνθρωπο.
Η αποστολή του ανθρώπου είναι να πάψει τον άνθρωπο.
Η αποστολή του ανθρώπου είναι να αναρωτιέται για την αποστολή του ανθρώπου.

Τρώω

Πολλοί τα λένε γεμιστά. Εγώ αυτογνωσία.
Ξεκοιλιάζεις το καλοκαίρι  – «ντομάτα» θα πεις.
Μα δεν είναι το αιμάτινο σαρκίο, τα σπόρια τ’ απροσδιόριστα
γιατί ντομάτα ρέμβαζα κι εγώ στο σούρουπο της νιότης.
Ντομάτα από ντροπή. Σαν με σκαρφάλωνες.

«Πιπεριά!». Μα είστε τόσο βιαστικοί.
Τρεις συλλαβές το πράσινο του κόσμου. Γραμμή στην καρμανιόλα.
Κι εμείς μάγειρες. Εν αγνοία του πλήθους των στιγμών
ολόγιομων με ρύζι.

Κόκοι και κόκοι. Ξένοι μεταξύ ξένων. Πώς λαπαδιάζουν!
Σιωπηλός μάρτυρ ρομάντσων και φονικών
ο ουρανίσκος.
Με μόνο μίαν υπόθεσιν: Έρως και μίσος.
Τόσος έρως. Τόσο, τόσο μίσος.

Και στο τέλος; «Πατατούλες για γαρνίρισμα!»
Με ξενίζεις.
Εγώ στο έδαφος ζητώ την αποστεωμένη μας ομορφιά.
Ζητώ τα χνάρια που πατούσα. Μέρες και μέρες.
Κι εσύ βολεύεσαι ξεθάβοντας πατάτες.

Απορώ. Μα πιάνω το πηρούνι.
Και καταπίνω τη μπουκιά. Αδιαμαρτύρητα. Μια και κάτω.
Όπως λέει η συνταγή.
Χωρίς καν φέτα.


(Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Τεφλόν, τεύχος 8)

Παραμύθι

Ήμουνα μια φορά εγώ και πήγα ένα ταξίδι.
Πήγα στην κεντρική Αφρική να ξεκινήσω εκεί.
Να βγω από την τρύπα μου, γιατί είμαι γενναίος.
Να βγω απ’ την απομόνωση την ατομιστική.

Πήγα και σκότωνα τα ζα, σκότωνα τις ακρίδες.
Πήγα και έστιβα χυμό απο τις καρπουζιές.
Πήγα και έσπειρα στη γη, για την εβυζάξω.
Εμάζευα και το χρυσό και τις γυαλιστερές.

Μα έλα που ήμουν εκατό και εκατό διακόσοι.
Εκάναμε σου λέω πολύ μεγάλον αριθμό.
Κι έτσι κάποιοι τραβάν αλλού, χαλάσανε κι οι σχέσεις.
Κι έτσι κάποιοι τραβάν αλλού, είχαν Αλμπινισμό.

Κι εμείς που πήγαμ’ απ’ αλλού να κάνουμε χωράφια
Και κάναμε την αλλαγή απ’ το νομαδισμό.
Μαζεύαμε τις καρπουζιές, μαζεύαμε τα ζώα.
Μαζεύαμε και το χρυσό, στον καπιταλισμό.

Τέσσερα λίμερικς

1

Ήταν ένας γέροντας από τη Μομπάσα
κι ένας διάκος από τη Μαλακάσα.
Συναντηθήκαν σε χαμάμ,
παντρεύτηκαν στο Άμστερνταμ
και ράψαν ασορτί ροζ ράσα.

2

Ήταν ένας μπάτσος από το Τιμπουκτού,
περιπολούσε μ’ ένα μαύρο Σουμπαρού.
Μέγας καργιόλης και ρεμάλι,
τον έτρεμε όλο το Μάλι,
πήδαγε και την κόρη του Αρχηγού.

3

Ήταν μια πόρνη από την Μπουζουμπούρα,
πάντα εξυπηρετική και ντούρα.
Αλλά μια μέρα, απ’ το Καρούτσι,
σκάσαν ογδόντα Χούτου κι οχτώ Τούτσι.
Ε, τότε τα ’δε αλήθεια λίγο σκούρα.

4

Ήταν ένας παγωτατζής απ’ το Μπετόλο,
που του ’λαχε να κυβερνήσει στόλο.
Κι ήθελε σώνει και καλά
να τον φισκάρει παγωτά
κι έτσι τον έστειλαν στον Βόρειο Πόλο.


(Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Τεφλόν, τεύχος 4)

Γλυκόφριξ και Μαριγούλα

Στην ουσία αναφέρομαι στο ότι, παρά την τόλμη της,
εντούτοις οπισθοχωρώντας άγγιξε την άκρη του κακτώδους σχηματισμού,
που ήθελε να φυτρώσει στον κήπο.
Οπισθοχωρώντας και με τα οπίσθια.
Τολμηρή, ναι, παράτολμη, μα καπάτσα κιόλας.
Στραμμένη συνεχώς στη χαραμάδα του ήλιου, που σου δείχνει τα σπόρια του να φας.
Δεν αμφισβητώ της προθέσεις της καλέ, απλά λέω, πως μεγάλη η μύτη του αναγνώστη ντετέκτιβ.
Να, όταν γυρνάς στην τελευταία σελίδα, θ’ ανακαλύψεις και το μυστήριο και το φονιά και τα κίνητρα ίσως.
Γι’ αυτό κι αυτή, δεν έκανε δα και καμιά καινοτομία.
Στην τελευταία σελίδα γύρισε και είδε:
« «Κύριε Γλυκόφριξ συλλαμβάνεστε! Ήλιε, επιληφθείτε!», Ο Ηρακλής Πουαρώ αναφώνησε στη συνεστίαση.»

Και όταν βγήκε διαλαλώντας το μαντάτο και καλά,
«Ο Γλυκόφριξ, ο Γλυκόφριξ το ‘κανε κι ο ήλιος μάρτυς και δικαστής!»
όλοι συγκεντρώθηκαν γύρω και σουσουρίζαν,
τι κατηγόριες, τι φοβίες που ξερνούσανε
κι αυτή ένα γέλιο, μάνα μου, μέχρι τ’ αυτιά.
Ο ήλιος είχε τον πρώτο λόγο και τον έβαλε συνήγορο κατηγορίας.
Αυτός, τι να τσακωθεί τώρα, «Καλά.» λέει και κάθεται.
«Έχεις το όπλο Μαριγούλα; Το όπλο του κυρίου Γλυκόφριξ;»
«Έχω.», του λέει «Η αγκαθούρα του κήπου: της έπαιρνε βελόνες και τις σφήνωνε στον κώλο των θυμάτων»
Γέλασε το ακροατήριο. «Σωπάτε!», λέει ο ήλιος αυστηρά. «Να μας το αποδείξεις!»
«Μα είναι ηλίου φαεινότερον! Παραμόνευε πίσω από το φυτό με φυσοκάλαμο και στόκο, όταν πέρναγαν οι τροφαντές έκοβε, όπλιζε, φύσαγε και πάλι απ ‘την αρχή!»

Ο Γλυκόφριξ στο μεταξύ είχε συλληφθεί και παρουσιαζόταν στο εδώλιο.
Είχε χλομιάσει ο κακομοίρης.
«Τι μου λέτε, εγώ ήμουνα πάντοτε εντιμότατος, φίλοι μου! Κώλον δίδος δεν τρύπησα, χωρίς να το ζητήσει!»
«Και ποιος θα το ζητούσε;» φώναξε η Μαριγούλα με μια οργή, σαν τη χαρά του Τζέκινς Χαν.
Ο ήλιος έξυσε τον ύπερο. Είχε ήδη βαρεθεί.
«Λοιπόν, ακούστε. Αν λες εσύ αλήθεια Μαριγούλα, ο Γλυκόφριξ θα πάει στη στενή να σπάζει μάρμαρο.»
»Αν όμως τον κατηγορείς ματαίως, θα σου γεμίσω τον πισινό βελόνες, τ’ άκουσες;»
«Λέω την αλήθεια, να μά την πίστη μου, ήλιε μου! Το ξέρω, το μηνύθηκα, το ‘χω σιγουρεμένο.»
Ο Γλυκόφριξ είχε αρχίσει να ιδρώνει και τα χέρια του να τρέμουν.
Φοβόταν πως η Μαριγούλα τον είχε δει από κάπου, κάπως, κάτι θα ‘χε ακούσει και τώρα θα φανερώνονταν όλα. Έπρεπε να βρει μια πονηριά μεγάλη, τώρα δεν είχε τη σκιά του κάκτου να τον φυλά, ούτε την άνεση του κρυψίνου.
Φώναξε: «Ακούστε! Με λυγίσατε! Λέγω την ενοχή μου! Από του αγκαθόφυτου, πετούσα τα βελόνια. Είχα μεγάλο καημό με τη σκοποβολή μου, μού την απαγορέψανε πριν από τρία χρόνια. Μα τι κακό να έκανα; Ποια πόνεσα περίσσια; Εγώ απλώς προσπάθησα, για να φυσάω ίσια. Και μη σας πω, συνάδελφοι, πως όλες τους τα ‘θέλαν! Αχ, τούτος ο φεμινισμός, έγινε καραμέλα!»

Η Μαριγούλα τρέλα, φώναζε, άφριζε: «Σφάξτε τον, κάφτε τον και στην πυρρά πετάχτε τον! Συκωταριά, εντεράκια!»
Ο ήλιος είχε τόσο κουραστεί, που ‘τρωγε πασατέμπος.
«Γλυκόφριξ, αφού ομολόγησες την πράξη σου, σε καταδικάζω σε εφτά σελήνες μαρμάρωμα. Η συνεδρίασης λύεται.»
Η Μαριγώ δεν έλεγε όμως να ηρεμήσει, πάλευε να τον γραπώσει να τον κάνει κομματάκια το Γλυκόφριξ.
Αυτός, με ηττημένη ματιά την κοιτούσε, υπό την προστασία των πολισμάνων ροζ.
Αραίωσε κι ο κόσμος, «Εντάξει, βρέθηκε ο κακούργος.», λέγαν. «Εντάξει, δεν έκανε και κανά κακούργημα!», λέγαν άλλοι.
Η Μαριγούλα αμάζευτη, εκεί να τον αρπάξει.
«Μα τι μανία είναι αυτή; Δεν πήρες δικιοσύνη; Εγώ θα σπάζω μάρμαρο κι εσύ θα σπέρνεις ξανά τον τραχανά σου.»
«Όχι, πρέπει να σε βαστώ, στα χέρια μου να φύγεις. Το τέλος δεν προμάντεψα, μα το ‘κανα δικό μου, το αναφέρει καθαρά ένα βιβλίο παλπ φίξιον. Αν τώρα έρθει ο Πουαρώ να λύσει το μυστήριο, θα προδοθώ στα μάτια του, αν είσαι ζωντανούλης.»
Στο βάθος φάνηκε η σιλουέτα ενός κοντόχοντρου μουστακαλή κυρίου, με καπέλο και ομπρελίνο. “Bon jour! Άλγησα φίλοι μου;» είπε τραγουδιστά.
«Μα καλά, είσαι χαζή;» είπε ο Γλυκόφριξ τότε. «Αν εσύ είδες το τέλος από πριν, τότε το τέλος άλλαξε και τώρα το τέλος είναι ότι είδες το τέλος και ο χοντρός θα γίνει καπνός και δράκος φλογοβάλλων, εκτός κι αν με σκοτώσεις, οπότε θα το βρει και πάλι αυτός και τότε όχι μάρμαρα θα σπας, πέτρες θα καταπίνεις κακομοίρα! Χαζή είσαι, Μαριγώ;»

Επίλογος:

«Ωχ ωχ ωχ!», είπε σιγά η Μαριγούλα. «Τώρα ποιος με γλυτώνει από τα λέηζερ της κόλασης και του ντετέκτιβ Π.
»Καλύτερα να φύγω, πριν με δει και μου την πει. Δεν είμαι εγώ παιδί για τέτοια.
»Άλλη φορά θα σκέφτομαι δυο φορές, πριν το παίξω Κλωθώ και Άτροπος και Ντόκτορ Έμμετ Μπράουν μαζί, συμφορά μου!»

Επιμύθιο:

Να αφήνεις τα αγκάθια του κάκτου στη θέση τους και να μην είσαι καρφί, γιατί είτε θα σπας μάρμαρο είτε θα φας πέτρες και λέηζερ είτε βελόνες στον κώλο.

Αυλαία


(Πρωτοδημοσιεύτηκε στο blog Μιλώντας για το Χιόνι)

Καλάμιτυ Τζέην

Η Καλάμιτυ Τζέην μασά
ταμπάκο και φτύνει βρωμιά.
Φονεύει ρεμάλια και γδέρνει τσακάλια,
ληστεύει, κουρσεύει, νικά.

Καβάλα στο άτι περνά,
κοιτά υποτιμητικά.
Αντέχει στο κρύο, αντέχει στη ζέστη
αντέχει και στο θανατά.

Η Καλάμιτυ Τζέην θα πει:
“Να βάλουν φωτιά στο Κ.Α.Π.Η.!”
Γιατί δε γερνάμε· καιγόμαστε, σπάμε
κι αρχίζουμε απ’την αρχή.

Το βούτυρο και το ψωμί
μασάει, μα νοιώθει αδειανή.
Εκείνη ζητάει ψυχές για να φάει
σαρκία φιλὀξενα να γεννηθεί.

Η Καλάμιτυ Τζέην φορά φωτοστέφανο
αγορασμένο από τη λαϊκή.


(Πρωτοδημοσιεύτηκε στο blog Μιλώντας για το Χιόνι)

Σονέτο ποιητικῆς

Στὴν ποίηση ντρεπόμαστε τὴ γύμνια,
γιατί ξεγυμνωθήκαμε ἀπ’ τὸν ὄφι
ἅπαξ καὶ διὰ παντός. Γίνανε γνόφοι
οἱ ξαστεριὲς καὶ βέβηλα τὰ τίμια.

Κατασπαράζουμε ἔννοιες σὰν ἀγρίμια.
Στὸ βάθος στέκουν λόφοι κι ἄλλοι λόφοι,
ἐνῶ στὴ φαντασία φιλοσοφι-
κὰ μπλέκει ἡ ἀρχοντιὰ μὲ τὴν ταπείνια.

Στὴν ποίηση σφραγίζουμε φακέλους,
νὰ τοὺς κληρονομήσουν οἱ ἀπογόνοι
κι ἀφοῦ τοὺς ἀπαλλάξουν ἀπ’ τὴ σκόνη,

νὰ τοὺς θαρροῦν σταλμένους ἀπ’ ἀγγέλους.
Μὰ σὰν ἰχνοπατούσαμε τὸ χιόνι,
δὲν ἤμασταν Ποιητές, ἀλλὰ δαιμόνοι.


(Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Τα Τετράδια του Ελπήνορα, τεύχος 1) 

Ὁ ἥρως

Ἐν ἀρχῇ νῖ ἱστορικῶν ἐναποθέσεων, τοῦ εἴδους τοῦ καθαρτικοῦ, τοῦ ὕψους τῶν συννέφων καὶ τοῦ βάθους τῶν ταρτάρων, γεννᾶται ποτὲ εἴτε ἀνακαλύπτεται μία κινητήριος δύναμις! Ἔνιοι ὀνομάζουσιν αὐτὴν «τὸ μάννα», ἔνιοι «ἡ φώτισις», ἔνιοι δὲ «ὁ ἥρως».

Πρόκειται περὶ ἐνὸς ἰδιαιτέρως σπανίου καὶ ἀριστοτεχνικοῦ ἑλιγμοῦ τοῦ συνεχοῦς, ὃς δημιουργεῖ ἐν λεπτὸν πλὴν ἀμέσως καὶ καθολικῶς αἰσθητὸν περίβλημα ἄνθρακος εἰς τὴν σφαῖραν τῆς ἐξελίξεως.

Εἰς τὴν Ἀνατολήν, ἰσχυρίζονται, ὅτι εἰς τοιαύτας ἡμέρας ὁ πλανήτης ἀλλάσσει ψυχήν. Οἱ ἀφηρημένοι καταχθόνιοι κάτοικοι, ἀνθεκτικοὶ κατὰ τὰ ἄλλα εἰς τὸ θερμότατον κλίμα τῶν πυρηναίων σπαργάνων, παραδίδουσιν τὰ σκῆπτρα τῆς μοίρας εἰς νεόφερτα κοσμικὰ παιδάρια.

Ὁ πλανήτης κατὰ πρῶτον παρεκκλίνει ἐλαφρῶς ἐκ τῆς ἐλλειπτικῆς αὐτοῦ πορείας, πραγματοποιῶντας τὸν λεγόμενον «χορὸν τοῦ αἰῶνος», αὖθις δὲ ἐπανέρχεται. Οἱ συγκεκριμένοι χθόνιοι κάτοικοι ἀντιλαμβάνονται τὴν ἀπότομον αὐτὴν μετακίνησιν ὡς διαδοχὴν καταστροφικῶν συμβάντων, τὰ ὁποῖα συντόμως λαμβάνουσιν τέλος διὰ νὰ ἐμφανισθεῖ ὁ ἥρως.

Ὁ ἥρως διαθέτει τελείας ἀναλογίας καὶ συμμετρίας, διακατέχεται ἐκ φωτὸς καὶ θερμότητος, γιγανταίνει δὲ εἰς διαστάσεις. Κρατεῖ κατὰ κανόνα σκῆπτρον σμιλευμένον ἐκ τῶν εὐγενεστέρων τῶν ἑκάστοτε μετάλλων, κατέχον τὴν δύναμιν ἑκατοντάδων ἀστροπελεκίων.

Ὁ ἥρως τηρεῖ τὴν ἀποστολὴν τοῦ μαγευτοῦ, ὢν γίγας εἰς ὄλας τᾶς πτυχὰς αὐτοῦ. Στέκει ὑψηλῶς, διὰ νὰ κατακτᾶ καρδίας καὶ σκέψεις. Μνημονεύεται δὲ συνήθως  ἐπὶ ἕνα αἰῶνα, ἕως τὸν ἐρχομὸν τοῦ ἑπομένου. Θρησκειοποιεῖ, ἠθικοποιεῖ, συνειδητοποιεῖ.

Ὁ ἥρως ἀποτελεῖ τὴν ἐπιβεβαίωσιν τῆς κοσμογονίας καὶ ἐσχατολογίας, καθιστὰς αὐτὲς ἀριστερὸν καὶ δεξιόν του ὑπόδημα. Εἶναι ὁ Φέρων: σαλτιμπάγκος φαιδρὸς καὶ ἀθάνατος· ἡ νομοτέλεια, τὸ τίποτα τὸ ἐμπεριέχον τὰ πάντα· ἓν γιγαντιαῖον, ἱερότατον, ἀμόλυντον καλαμπούριον.


(Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Τα Τετράδια του Ελπήνορα, τεύχος 1. Ευχαριστώ τους Τασούλα Καραγεωργίου και Κώστα Κουτσουρέλη για τα σχόλιά τους πάνω στη διατύπωση της γλώσσας και τον πολυτονισμό.)

Τ’ Απριλιού του ninety two

Κύριε, κλείστε τη βρύση.
Τρέχει και χάλασε, κοίτα
πώς σπάταλα βγαίνει νερό.
Είστε μεγάλος και ξέρετε τέτοια
να τα χειρίζεστε, όλα κατέχετε σεις.
Να, το μυρμήγκι θυσία που έκανα πριν,
στην οικογένεια του δε θα πηγαίνει ψωμί.
Βοήθεια, βοήθεια, γεμίσαν νερά τα πλακακια
μ’ ορμή σαν του Μισισσιπή.
Κι εσείς προσπερνάτε αδιάφορα τάχα, κακόκεφος είστε,
κακόκεφος είναι, μουρτζούφλης, στραβόξυλο αυτός.
Μας προσπερνάει και πάει την μπύρα να πιει.
Ταπείνωσις και ουδεμία ευθύνη δε θέλει να φέρει ελέω ημών και θεών,
τι κακός;


(Πρωτοδημοσιεύτηκε στο blog Μιλώντας για το Χιόνι)

Βύθιση – βανίλια – σαμποτάζ

Λύκο, θέλουμε το γάλα.
Δάγκα, πίδακας λευκάδας
βγαίνει, η τροφή του κάρμα
είναι, λασπωμένη ζήση.

Πείνα, ο μοχλός του νου σου.
Γύρνα, χωρικές κλακέτες
πόζες, σα φωτογραφίας
σέπια ή και παλιωμένης.

Λύκο, σήκω πιτσιρίκο.
Δάγκα κι ένωσε τον κρίκο.
Σ’ οίκο κάλπικο ανήκω
και δεν ελίσσομαι πια.

Γιαγιά


(Πρωτοδημοσιεύτηκε στο blog Μιλώντας για το Χιόνι)